Το αγόρι στον καθρέφτη
Παρατηρώ με ενδιαφέρον τη διαμεσολαβημένη θλίψη σχετικά με το θάνατο του Μάικλ Τζάκσον: τα μέσα (Παλιά και Νέα) αναμεταδίδουν και μεγενθύνουν τη θλίψη και τη συντριβή για το θάνατο ενός Συμβόλου. Φυσικά δεν είναι τυχαίο ότι ανάλογες αναπαραστάσεις θλίψης και συντριβής ζήσαμε όταν πέθανε η Νταϊάνα το 1997 – η σύγκριση των μεγεθών δεν είναι τυχαία: και τα δύο αυτά σύμβολα (η Νηπιαγωγός που έφτασε στην Κορυφή και το παιδί-θαύμα στο πρόσωπο του οποίου ο αγώνας για τα κοινωνικά δικαιώματα μεταλλάχθηκε σε κάτι άλλο, υπερέβη κάθε φυλετικό διαχωρισμό και έγινε μια Παράσταση κάτω από τη Ντίσκομπάλα) γιγαντώθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 80 και πάνω σε αυτά τα πρόσωπα (αλλά όχι μόνο σε αυτά) κωδικοποιήθηκε (και πέρασε στη σφαίρα της μυθολογίας) η εποχή του Νεοφιλελευθερισμού τον οποίο εισήγαγε στο δυτικό modus operandi η δεκαετία των 80. Γι’αυτό το λόγο είναι δύσκολο να μην κάνουμε τον παραλληλισμό της ιστορικής στιγμής κατά τη διάρκεια της οποίας πέθανε ο Τζάκσον: η τρέχουσα οικονομική ύφεση η οποία βούλιαξε το δυτικό οικονομικό μοντέλο όπως αυτό ήταν σε εφαρμογή εδώ και 3 δεκαετίες σχεδόν μοιάζει σχεδόν να σφραγίζεται από και να αντικατοπτρίζεται στον θάνατο του Τζάκσον.
Το πιο ενδιαφέρον σημείο αναφορικά με το θάνατο του Τζάκσον είναι η αυθαίρετη διάγνωση μιας παθολογίας/πληγής (δύσκολα παιδικά χρόνια, δεσποτικός Πατέρας, Απόδραση στο Σύνδρομο Πίτερ Παν στην ενήλικη ζωή του) και πως αυτή η διάγνωση από εκατοντάδες ειδικούς (…) περίπου αυτόματα συνεπάγεται και την αγιοποίηση του μακαρίτη. Η είδηση του θανάτου του Μάικλ Τζάκσον μπορεί να έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία και να αναστάτωσε τα μίντια του πλανήτη αλλά τα ίδια τα ΜΜΕ είχαν επιχειρήσει να θάψουν με διάφορους τρόπους τον λεγόμενο Βασιλιά της Ποπ.
Ο Τζάκσον είναι ίσως ο πρώτος σταρ ο οποίος πραγματικά μεγάλωσε μέσα στα Μίντια (και ανατράφηκε σε ένα βαθμό από αυτά). Όταν ξέσπασε το σκάνδαλο της παιδεραστίας το 1994 νομίζω ότι όλοι εξεπλάγησαν όχι μόνο για την καθεαυτή πράξη αλλά επειδή η ίδια η εικόνα του ίδιου του Τζάκσον στα μίντια ήταν αυτή του παιδιού. Η συλλογική αντίδραση περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο συνοψιζόταν στην εξής σκέψη: “μα πως ένα παιδί μπορεί να κάνει αυτό σε ένα άλλο παιδί;” Τα μίντια φυσικά τον λιάνισαν τα επόμενα χρόνια.
Η απάντηση του Τζάκσον ήρθε στο Scream (το οποίο συμπεριλαμβανόταν στη συλλογή με τον βαρύγδουπο τίτλο HIStory:Past, Present and Future). Στο Scream βλέπουμε μια πλήρη καταγραφή του κόσμου του Μάικλ Τζάκσον: ένας κόσμος εξωπραγματικός, παιδικός και παιδιάστικος, καταποντισμένος μέσα στον ωκεανό των μίντια ο οποίος αποτελεί μέρος της αφήγησης ενός καπιταλισμού ο οποίος τρώει τα παιδιά του (και τις εικόνες τους) σαν άλλος Κρόνος. O βασιλιάς ήταν γυμνός αλλά κανείς δεν μπορούσε να αποκρυπτογραφήσει και να αφηγηματοποιήσει τη γύμνια με ένα τρόπο ο οποίος θα έβγαζε κάποιου είδους νόημα το οποίο δεν θα έβλαπτε την πρότερη ιστορία του Βασιλιά. Το (αστείο) Bad, το Black and White (το οποίο κατάφερε να πείσει ότι ο Τζάκσον όντως μεταλλασσόταν σε κάτι άλλο) και τα υπόλοιπα χιτ του μέχρι το Scream ήταν ακίνδυνες performances: επρόκειτο περισσότερο για πασαρέλες παραγωγών και σταρ πίσω από τις κονσόλες στα στούντιο ηχογράφησης και στα βιντεοκλιπ με σκοπό να κρύψουν τα νευρώσεις και τα τικ του τραγουδιστή παρά για καλλιτεχνικές προτάσεις. Να μην παρεξηγούμαι: ο Τζάκσον πριν και μετά το Thriller μοιάζει να είναι δύο διαφορετικές προσωπικότητες: πριν έχουμε με ένα καλλιτέχνη ο οποίος πραγματικά δημιουργούσε μανιέρες προς αντιγραφή και φαντασιώσεις στις οποίες θα μπορούσε να επενδύσει το κοινό του, μετά το Thriller ο Τζάκσον έμοιαζε να ζει μέσα σε αυτές τις μανιέρες και τις φαντασιώσεις – ένα simulacrum του προηγούμενου εαυτού μου.
Όταν κυκλοφόρησε το Scream τότε φάνηκε ότι ο Τζάκσον ίσως να μιλούσε από καρδιάς για πρώτη φορά εδώ και χρονιά. Μπορεί μουσικά να μην άγγιζε την ιλλιγιώδη αρτιότητα του Billie Jean αλλά για πρώτη φορά εδώ και χρόνια φαινόταν ο Τζάκσον να μιλά χωρίς μάσκες (του παιδιού-θαύματος που μεγάλωσε, του εκκεντρικού ποπ σταρ, του καταδιωγμένου καλλιτέχνη, του βασανισμένου θύματος/θύτη, του χαϊδεμένου παιδιού της μουσικής βιομηχανίας) και να μιλά πραγματικα. Το τι έλεγε είναι άλλο θέμα. Αλλά αυτή τη φορά αντι να προσποιείται ή να προσπαθεί να μιμηθεί σαν μεγάλο παιδί διάφορες ενήλικες συμπεριφορές όπως έκανε παραδείγματος χάριν στο Remember the time ή στο Dirty Diana μεταξύ άλλων διαφαινόταν θραύσματα πραγματικού συναισθήματος. Κι αυτό όμως θάφτηκε στη συνέχεια κάτω από σταλινικού τύπου διαφημίσεις (τεράστια ομοιώματα του να πλέουν στον Τάμεση και να εγκαθίστανται σε κεντρικά σημεία στις μητροπόλεις του πλανήτη) και έτσι γρήγορα ξαναγυρίσαμε στα ίδια.
Δεν ήμουν ποτε φαν αλλά στην πορεία του Τζάκσον μπορούσες να δεις την εκδίπλωση μιας συγκεκριμένης αφήγησης: την μετάβαση από τη Ντίσκο Αμερική στην Αμερική του Μπρετ Ίστον Έλλις, στην Αμερική των Πύργων από Δολλάρια. Μόνο που αυτό το Αγόρι στον Καθρέφτη δεν είχε ποτέ αποφασίσει να ζήσει στην Αμερική του American Psycho.
περιπλάνηση # 22
Μετά από πολύ καιρό, μια περιπλάνηση κάπως διαφορετική:
Οφείλει κανείς να γνωρίζει που πηγαίνει και πόσο χρειάζεται για να φτάσει εκεί
(η φωτογραφία τραβήχτηκε στο Γουίντσεστερ)

Άραγε τι να βρήκε από την άλλη πλευρά του καθρέφτη;
(Ο τάφος του Λιούις Κάρρολ, συγγραφέα της Αλίκης στην χώρα των θαυμάτων, στο νεκροταφείο του Γκίλφορντ – εντελώς απρόσμενη ανακάλυψη!)
Νομίζω ότι το κιτς στην Αγγλία είναι τόσο βαθιά εμφυτευμένο στην έννοια της χρηστικότητας που παύει να είναι απλά κιτς: το κιτς λειτουργεί πλέον σαν μια χωροχρονομηχανή όπου η κυβέρνηση Θάτσερ, η βρετανική αυτοκρατορία, οι αρχές της δεκαετίας του 90 συνυπάρχουν, αναδιπλώνονται σε ψεύτικους κοκοφοίνικες σε παραθαλάσσιες πόλεις.
πρόσκληση

Η Λώρα (Ράιντινγκ) Τζάκσον μπορεί να θεωρούσε ότι ήταν “εγκλωβισμένη σε μια μισο-ειπωμένη ιστορία”* αλλά ο Χρήστος, η Τίνα κι εγώ σκοπεύουμε μέσα από μια ριζωματική, πολλαπλή παρουσίαση να δείξουμε ότι αυτή η “μισο-ειπωμένη ιστορία” στην πραγματικότητα παράγεται με ένα παράδοξο τρόπο από την υπερχείλιση της ποιητικής έκφρασης της (Ράιντινγκ) Τζάκσον.
Κριτικές για το μυθιστόρημα: Ελισάβετ Κοτζιά στην Καθημερινή, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου στην Ελευθεροτυπία, Γιώργος Βαϊλάκης στην Ημερησία, η Ελένη Γκίκα στο Έθνος, η Ευτυχία Παναγιώτου (exwtiko) για το βιβλίο και μια συνέντευξη του συγγραφέα στη Λώρα Κέζα.
*φράση από το ημερολόγιο της ποιήτριας η οποία παρατίθεται στη Λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον, σ. 15.
Αι κακαί συναντήσεις

Γελοιογραφία απο το Ημερολόγιον Σκώκου Τόμος 23, Αριθμός 0 (1908).
διασταυρώσεις (αγγλική παραλλαγή)
Intersections (Variation no.1)
beneath ground—
In a motel where things
rearrange themselves,
he woke up to find himself in another room
with the Voyager satellite landed
in the space between the bed and the tv:
but the plaques with the engraved messages were missing—
no engravings, only a lost machine signalling
out
The cities
in its orbit
hum in a number of languages
snippets of stories (“If I’d known—) and images
(If I’d known. / I’ve always known”)
recurring again&again
between points and paths
and down the tunnels of cities:
information rearranging in dispersal—
“…things seen…cities spreading everywhere
fewer and fewer inbetween places
the sacred language, mirror-like, on pavements and streets:
the ecilop, ixat and ecnalubma order-words
curvy neon red and yellow M-signs
goddesses framed in green and black and white murals
all of these rearranging the landscape
colonies everywhere
no more memory”
The satellite transmission continues
stretching from one language into another:
from “strophe”
into “catastrophe”
and “metastrophe” and “metaphor”
and “metamorphosis” and then into “transformation”
and all these little things, (“ I came to you hoping to be healed” says, in someone else’s voice, the man looking at the bathroom mirror)
struggling for finality, are happening all at once.
The man touches the motel walls
(shimmying with misheard whispers);
feeling the foggy surface of the bathroom mirror,
he writes on it:
“I have just realized where I am:
(Αυτό εδώ δημοσιεύτηκε σε μια συλλογή διηγημάτων, ποιημάτων την οποία εξέδωσε το κολέγιο μου στην Οξφόρδη το 2002 – βρήκα τη συλλογή προχθές ψάχνοντας κάτι άλλο και αποφάσισα να ανεβάσω τη συμμετοχή μου)
μπορείς να πεις τι θες; (καλά χριστούγεννα)
Εν καιρώ το χιόνι θα καλύψει τα πάντα.
οι αγνοούμενοι

Το ναυάγιο
Θα μείνω κι εγώ μαζί σας μες στη βάρκα
Ύστερα απ’ το φριχτό ναυάγιο και το χαμό
Το πλοίο βουλιάζει τώρα μακριά
(Πού πήγαν οι άλλες βάρκες; ποιοι γλιτώσαν;)
Εμείς θα βρούμε κάποτε μια ξέρα
Ένα νησί ερημικό όπως στα βιβλία
Εκεί θα χτίσουμε τα σπίτια μας
Γύρω-γύρω απ’ τη μεγάλη πολιτεία
Και στη μέση μια εκκλησιά
Θα κρεμάσουμε μέσα τη φωτογραφία
Του καπετάνιου μας που χάθηκε -ψηλά-ψηλά-
Λίγο πιο χαμηλά του δεύτερου, πιο χαμηλά του
τρίτου
Θ’αλλάξουμε τις γυναίκες μας και θα κάνουμε πολ-
λα παιδιά
Κι ύστερα θα καλαφατίσουμε ένα μεγάλο καράβι
Καινούριο, ολοκαίνουριο και θα το ρίξουμε στη θά-
λασσα.
Θα ‘χουμε γεράσει μα θα μας γνωρίσουνε.
Μόνο τα παιδιά μας δε θα μοιάζουνε μ’ εμάς.
Μανόλης Αναγνωστάκης, Η συνέχεια 3

μια προσέγγιση
Κάθετι πρέπει να αναλυθεί, όχι κυνικά,
το δίχως άλλο με μια βαθιά αίσθηση της παλαιάς του αξιοπρέπειας, για να φτάσει κανείς
στο απαραίτητο. … Για να εφεύρουμε πρέπει στην πραγματικότητα
… να γυρίσουμε στη ρίζα.
William Carlos Williams, “An Approach to the Poem”