Ο οποιοσδήποτε-χώρος του φωτογραφικού πορτραίτου

Τραβάει κανείς δύο ειδών φωτογραφίες: για ιδιωτική και δημόσια χρήση. Οι φωτογραφίες για ιδιωτική-προσωπική χρήση λειτουργούν ως αναμνηστικά, βοηθητικά μνήμης (aidesmémoire) για τους συμμετέχοντες στη φωτογραφία. Ξεχασμένες φωτογραφίες που έχουν ανακαλυφθεί μετά από χρόνια αναμοχλεύουν ξεχασμένες μνήμες: η φωτογραφία, το πορτραίτο που κουβαλάει ο καθένας μέσα του για τον εαυτό του γίνεται ξαφνικά κατά τι πληρέστερο· στιγμές οι οποίες είχαν ξεχαστεί ανασύρονται στην επιφάνεια μέσα από τη φωτογραφία και έρχονται να ενωθούν με τις υπόλοιπες φωτογραφίες στο προσωπικό «φωτογραφικό άλμπουμ» του καθενός. Με αυτό τον τρόπο το παρελθόν ενεργοποιείται ξανά στο παρόν. Σκοπός της φωτογραφικής τέχνης και ειδικότερα του φωτογραφικού πορτραίτου είναι η καθήλωση και ο τεμαχισμός του χρόνου· ξεχωρίζουμε στην παρούσα στιγμή ένα συγκεκριμένο πρόσωπο σε μια συγκεκριμένη στιγμή με σκοπό την εκτομή και διαφύλαξη τους: με το φωτογραφικό πορτραίτο η άυλη ροή του χρόνου συμπυκνώνεται, γίνεται απτή και αντιληπτή. Ο Ρολάν Μπαρτ στο Camera Lucida σημειώνει ότι οι αγαπημένες του φωτογραφίες ήταν εκείνες οι οποίες δεν μεταφέρουν μόνο κάποιου είδους συναισθηματικό και πνευματικό φορτίο αλλά εκείνες οι οποίες διέθεταν ένα punctum, την ικανότητα να κεντρίζουν και να αναμοχλεύουν συναισθήματα. Στην περίπτωση της προσωπικής φωτογραφίας, όταν ανατρέχουμε σε αυτήν, ή ακόμη εντονότερα όταν ανακαλύπτουμε ξεχασμένες φωτογραφίες σε κουτιά στο πατάρι ή σε άλμπουμ φίλων μας, σκοπός και αποτέλεσμα είναι η επανένωση των κομματιών της προσωπικής μας ιστορίας, η αναίρεση του πρότερου τεμαχισμού του χρόνου. Φωτογραφίες που δεν έχουμε ξαναδεί ή που τραβήχτηκαν ενώ εμείς κοιτούσαμε αλλού μας δίνουν την σπάνια ευκαιρία να δούμε γνώριμα πράγματα και πρόσωπα όπως αυτά ξετυλίγονται έξω από εμάς: μας παρέχεται έτσι μια δυνατότητα ενόρασης η οποία δεν προϋπήρχε. Μέσα από τις φωτογραφίες προσδίδουμε νόημα και βάθος στις προσωπικές μας Ιστορίες. Το punctum που αναζητά ο Μπαρτ στις φωτογραφίες γίνεται ορατό στις ουλές και τις μνήμες οι οποίες αναδύονται στην επιφάνεια όταν κανείς κοιτάζει τη φωτογραφία. Η φωτογραφία και ειδικά το πορτραίτο καταδεικνύουν όχι μόνο αυτό το οποίο απεικονίζεται αλλά ό,τι είναι αόρατο: το αρχικό σοκ της αναγνώρισης παραχωρεί τη θέση του στη συνειδητοποίηση της διαφοράς: «Είμαι πράγματι εγώ αυτός στη φωτογραφία;» Ο Χένρυ Τζέιμς στο μυθιστόρημά του Το πορτραίτο μιας κυρίας συνθέτει όχι μόνο το πορτραίτο της Ίζαμπελ Άρτσερ αλλά και μια πανοραμική φωτογραφία ολόκληρης της φθίνουσας βικτωριανής εποχής: αν η Ίζαμπελ Άρτσερ η οποία εμφανίζεται στο τέλος του Πορτραίτου μπορούσε να διαβάσει τις σελίδες οι οποίες αφορούν την Ίζαμπελ Άρτσερ η οποία εμφανίζεται στην αρχή του μυθιστορήματος, τότε και εκείνη θα συνειδητοποιούσε τη διαφορά του εαυτού της και του κόσμου της μέσα στο χρόνο. Η φωτογραφία και το πορτραίτο αποτελούν εργαλεία μιας ιδιότυπης αρχαιολογίας: η προσωπική και η συλλογική μας ιστορία δημιουργούνται από αλλεπάλληλες επικαλύψεις και «δημιουργικές» διαγραφές. Το φωτογραφικό πορτραίτο αναιρεί αυτές τις επικαλύψεις και τις διαγραφές δρώντας ως ένας συμβολικός χώρος μνήμης όπου ετερογενή στοιχεία ενώνονται και ενεργοποιούνται. Το φωτογραφικό πορτραίτο λειτουργεί ως μια ιδιότυπη χρονική κρύπτη η οποία περιέχει ιστορίες και αφηγήσεις οι οποίες εμπλουτίζουν και αποκαθιστούν ατελείς αφηγήσεις. Η Σούζαν Σόνταγκ υποστηρίζει ότι «το να τραβήξεις μια φωτογραφία σημαίνει να συμμετάσχεις στους ηθικούς κανόνες, στην τρωτότητα και στην μεταβλητότητα του άλλου ανθρώπου». Με το φωτογραφικό πορτραίτο λοιπόν μπορεί να μπει ένα διαφορετικό πλαίσιο στο πορτραίτο της προσωπικής μας ιστορίας.

Στην περίπτωση της «δημόσιας» φωτογραφίας τα πράγματα είναι πιο σύνθετα: οι φωτογραφίες οι οποίες αφορούν δημόσια πρόσωπα και γεγονότα ή οι οποίες αφορούν νόμιμη χρήση (διαβατήρια, ταυτότητες, κτλ.) δεν εμπεριέχουν καμμία αφήγηση παρά περιμένουν εμάς να τις «γεμίσουμε» με νόημα. Μας προσφέρουν πληροφορίες αλλά πρόκειται για πληροφορίες οι οποίες είναι συχνά αποκομμένες από την άμεση, βιωθείσα εμπειρία. Σε αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε όχι με την προσωπική μνήμη αλλά με μια μνήμη απαγκιστρωμένη από το προσωπικό. Προσοχή όμως: με την πάροδο του χρόνου κάθε προσωπική φωτογραφία χάνει τον αυστηρά ιδιωτικό της χαρακτήρα και γίνεται «δημόσια» φωτογραφία. Απελευθερωμένη από την προσωπική μνήμη, η προσωπική φωτογραφία γίνεται φωτογραφία «δημοσίας» χρήσης, ένα κομμάτι σε ένα τεράστιο ψηφιδωτό συλλογικής ιστορίας—ένα κομμάτι το οποίο αποκτά νόημα όταν γίνεται αντικείμενο της δημιουργικής συρραφής φωτογραφιών, προφορικής και γραπτής ιστορίας. Οι μη-προσωπικές φωτογραφίες αποτελούν tabula rasa για τους θεατές τους: τις εμβαπτίζουν με τη δική τους αντίληψη για την ιστορία η οποία έχει αποτυπωθεί. Οι φωτογραφίες για τα καινούργια διαβατήρια, παραδείγματος χάρη, αποτελούν πορτραίτα τα οποία δεν έχουν μόνο ως σκοπό να εγγυηθούν για τον πρότερο έντιμο βίο του απεικονιζόμενου αλλά και για την τοποθέτηση και τον εντοπισμό του σε μια συνεχώς μεταβαλλόμενη συλλογική ιστορία πολιτικών και πολιτισμικών αλλαγών και μετακινήσεων. Κι όμως συμβαίνει κάτι αξιοπερίεργο: σε μια εποχή όπου τα ταξίδια και οι μετακινήσεις σε μεγάλες αποστάσεις γίνονται με μεγαλύτερη ευκολία οι μη-προσωπικές φωτογραφίες (είτε πρόκειται για φωτογραφίες διαβατηρίου είτε για πορτραίτα ιθαγενών στην Αυστραλία) συνεχίζουν να αποτυπώνουν τη δυσκολία εντοπισμού και κατασκευής αφηγηματικού πλαισίου μέσα στο οποίο θα αποκτήσουν πραγματικά νόημα.

(πρώτη δημοσίευση Προβλήτα, τχ. 2/2006)

This entry was posted in Διερευνητικά, Θεωρία and tagged , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s